Γιατί Κλαίμε; (και Γιατί Δεν Κλαίμε)

Το κλάμα ως απόρροια της συναισθηματικής κατάστασης είναι μια οικουμενική εμπειρία για τους ανθρώπους, η οποία μεταφέρει απαραίτητα στοιχεία επικοινωνίας και έκφρασης, και παράλληλα προσφέρει μια διέξοδο για την αποφόρτιση έντονων συναισθημάτων χαράς, θλίψης, ή φόβου. Το κλάμα, ως συμπεριφορά, ξεκινάει από την ημέρα που γεννιόμαστε καθώς είναι ο μόνος μας τρόπος ως βρέφη να επικοινωνήσουμε τις ανάγκες μας στους φροντιστές μας. Έτσι, από πολύ νωρίς στην ζωή μας, ο τρόπος με τον οποίο το περιβάλλον μας θα ανταποκριθεί στο κλάμα μας, καθορίζει το πώς θα το βιώνουμε και θα το χρησιμοποιούμε στην μετέπειτα ζωή μας.

Ως ενήλικες, κλαίμε για να μεταφέρουμε τόσο αρνητικά όσο και θετικά συναισθήματα στους γύρω μας. Πολλοί άνθρωποι κλαίνε από χαρά, άλλοι κλαίνε όταν θυμώνουν, όταν πενθούν, όταν είναι σε απόγνωση, ενώ υπάρχουν και άνθρωποι που δυσκολεύονται να κλάψουν. Οι κοινωνικές προσταγές κάποιες φορές διέπουν την αξιολόγηση του κλάματος ως κάτι αποδεκτό ή απορριπτέο. Επί παραδείγματι, έρευνες δείχνουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να ανταποκρίνονται στοργικά προς κάποιον που κλαίει σε μια κηδεία, ενώ οι ίδιοι άνθρωποι αξιολογούν αρνητικά κάποιον που κλαίει στην δουλειά. Τα στοιχεία αυτά καθώς και η πληθώρα άλλων επιστημονικών δεδομένων για την κοινωνική επιρροή στο κλάμα, μας δείχνουν ότι αυτή η πανανθρώπινη συμπεριφορά διέπεται από άγραφους κανόνες που ενδέχεται να επηρεάζουν την ροπή μας προς το να κλαίμε εύκολα ή όχι.

«Δεν μπορώ να κλάψω, θέλω αλλά δεν μπορώ».

Αυτά ήταν τα λόγια μιας θεραπευόμενής μου, η οποία εδώ και μερικά χρόνια νιώθει ανηδόνια. H ανηδόνια είναι σύμπτωμα κατάθλιψης και ουσιαστικά σημαίνει πως δεν βρίσκουμε ευχαρίστηση σχεδόν σε τίποτα, ακόμα και σε δραστηριότητες, ανθρώπους ή καταστάσεις που παλαιοτέρα νιώθαμε. Δεν είναι σπάνιο άτομα με ανηδονία να δυσκολεύονται να κλάψουν ή να μην μπορούν να κλάψουν καθόλου, ειδικά αν προσπαθούν, έστω και ασυνείδητα να καταπιέσουν αρνητικά συναισθήματα. Υπάρχουν ακόμα περίοδοι μελαγχολίας μετά από έντονους χωρισμούς και τραυματικές εμπειρίες που ενδέχεται να αισθανθούμε “flat”, δηλαδή να μην υπάρχουν αυξομειώσεις στα συναισθήματα μας, να νιώθουμε “μουδιασμένοι” ή και να παρατηρούμε μια αποσύνδεση από αυτά. Αν εξαιρέσουμε θέματα υγείας ή φαρμακευτικής αγωγής που σχετίζονται με την δυσκολία του να κλάψουμε, τότε ίσως είναι ένα καμπανάκι να το συζητήσουμε με κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.

Τι σημαίνει το κλάμα συμπεριφορικά και εξελικτικά;

Επιστρέφοντας στην απαρχή της συμπεριφοράς μας και στην απόκριση (ή μη-απόκριση) των φροντιστών μας ως βρέφη, κατανοούμε ότι πρόκειται για έναν καθοριστικό παράγοντα ως προς το πως θα χρησιμοποιούμε το κλάμα για να ανταπεξέλθουμε στους κοινωνικούς μας ρόλους ως ενήλικες. Κάποιοι άνθρωποι που ως βρέφη βίωναν μια απορριπτική ή σκληρή στάση από τους πρωταρχικούς τους φροντιστές όταν έκλαιγαν, είναι πιθανό να εξελιχθούν σε ενήλικες που δυσκολεύονται να κλάψουν ή που φοβούνται να κλάψουν για να μην θεωρηθούν αδύναμοι ή και ενδεχομένως ανησυχούν για κάποια επικείμενη τιμωρία. Αυτή η τιμωρία μπορεί να έγκειται είτε σε κάποια σωματική απειλή είτε να πρόκειται για τον φόβο της εγκατάλειψης. Όταν οι φροντιστές μας είναι υπερκαλυπτικοί στις ανάγκες μας ως βρέφη ή έχουν υπερβολική ανησυχία για να παρέχουν τα πάντα, αυτό έχει ως αποτέλεσμα κάποιοι άνθρωποι να μεγαλώνουν γνωρίζοντας ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν το κλάμα για προσωπικό τους όφελος, ακόμα και για να χειραγωγήσουν τους άλλους. Έτσι, οι άνθρωποι αυτοί είναι πιο πιθανό να κλαίνε εύκολα και να μην μπορούν να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους παρά μόνο μέσω της λύτρωσης που προσφέρει το κλάμα.

Από βιολογικής σκοπιάς, το να κλαίμε μας κάνει να αισθανόμαστε καλύτερα καθώς εκκρίνονται ορμόνες στο σώμα μας και εκτονώνονται τα συναισθήματά μας. Αυτό ενδέχεται να είναι και κατά κάποιον τρόπο εθιστικό για μερικούς ανθρώπους, που αποζητούν αυτή την βιολογική αίσθηση αλλά και την προσοχή από τους άλλους. Αντίθετα, στις περιπτώσεις των ανθρώπων που δυσκολεύονται να κλάψουν, ενδέχεται να υπάρχει η πεποίθηση ότι δεν αξίζουν αυτή τη συναισθηματική λύτρωση και να προτιμούν να κρατάνε μέσα τους τα συναισθήματα τους, ίσως επειδή έχουν μάθει από παιδιά ότι η συναισθηματική έκφραση απορρίπτεται ή τιμωρείται.

Κλάμα και σεξ.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί κατά τη διάρκεια ή μετά το σεξ να κλάψουμε. Ειδικά αν έχει υπάρξει ένας έντονος οργασμός ή πολύ έντονη συναισθηματική σύνδεση να δημιουργηθεί μια τέτοια “φόρτιση” που να εκδηλωθεί σωματικά με κλάμα. Αν εξαιρεθούν οι περιπτώσεις που το κλάμα μπορεί να σχετίζεται με κάτι αρνητικό κατά τη διάρκεια της ερωτικής συνεύρεσης (μετατραυματικό στρες-χωρισμός, πόνος, πρόωρη λήξη της σεξουαλικής πράξης πριν προλάβουμε να έρθουμε σε οργασμό μετά από μεγάλη προσμονή για την ερωτική συνεύρεση), όσοι έχουν βιώσει την απόλυτη εγκεφαλική και συναισθηματική σύνδεση έχουν φτάσει πολύ κοντά στο κλάμα. Το σεξ πολλές φορές μας κάνει να δραπετεύουμε από τα προβλήματα της καθημερινότητας και στην αποφόρτιση από όλα τα στρεσογόνα και καταθλιπτικά ζητήματα. Αυτή η αποφόρτιση ενδέχεται να ολοκληρωθεί με δάκρυα.

Μια αγκαλιά πολλές φορές είναι αρκετή να μας κάνει να κλάψουμε.

Να έχουμε στο μυαλό μας πως το κλάμα ίσως προέρχεται από πράγματα που κρατάμε πολύ καιρό μέσα μας και μια φαινομενικά άσχετη αφορμή μπορεί να πυροδοτήσει ένα ξέσπασμα. Το κλάμα είναι μια υγιής εκτόνωση και δεν πρέπει να το “πνίγουμε”. Eπίσης, είναι από τα ελάχιστα “ανθρώπινα” χαρακτηριστικά που μας κατατάσσουν στο είδος μας.

Όπως φαίνεται λοιπόν, είναι αναγκαίο σε όποια από τις κατηγορίες και αν ανήκουμε να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει το κλάμα για εμάς και να αποδομήσουμε τις μύχιες καταβολές μας που ευδοκιμούν επί εδάφους των γνωστικών μας σχημάτων ώστε να μπορέσουμε να το αξιοποιήσουμε περισσότερο λειτουργικά. Μέσα στην ψυχοθεραπεία η συναισθηματική λύτρωση μπορεί να έρθει και όταν κλάψουμε για πρώτη φορά μπροστά σε κάποιον άλλον και επεξεργαστούμε τον χείμαρρο των συναισθημάτων που καταπνίγαμε τόσο καιρό, καθώς και όταν μάθουμε να μην κλαίμε με το παραμικρό και να αποκτήσουμε την ψυχική δύναμη να δούμε καθαρά αυτά που μας απασχολούν χωρίς να χρειαζόμαστε την συνδρομή τρίτων για να τα ξεπεράσουμε.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ΟΚ Magazine

Dr. Γιώργος Λάγιος

PhD, M.Sc. (CBT)

Ο Dr. Γιώργος Λάγιος κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο ψυχολογίας και πιο συγκεκριμένα στην γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία και διδακτορικό στην σεξολογία. Είναι καθηγητής Ψυχοσεξουαλικής θεραπείας και συγγραφέας των δύο best sellers Eσύ θα σε επέλεγες για γονιό σου? (2018) και Μέσα στο Μυαλό σου (2020). Είναι επίσης κλινικός σύμβουλος ψυχικής υγείας, ψυχοθεραπευτής και ομιλητής. Έχει βραβευτεί με το President’s Achievement Award  από την ελληνοαμερικάνικη ένωση και συνεχίζει το ερευνητικό του έργο με θέμα την ερωτική επιθυμία.

Για 1η φορά

ένα υβριδικό event σεξουαλικής νοημοσύνης.

Dr. Γιώργος Λάγιος

Μέσα Στο Μυαλό Σου LIVE

Η ψυχολογία του έρωτα, της αγάπης και του σεξ

11 Οκτωβρίου 2021, 20:00

FAQS

Το κόστος της κάθε συνεδρίας είναι 100 ευρώ και μπορεί να καταβληθεί μέσω πιστωτικής κάρτας, λογαριασμού PayPal, κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό ή με μετρητά. Επιπλέον, υπάρχει η δυνατότητα πληρωμής μέσω κρυπτονομίσματος.

Αυτό ποικίλει ανάλογα με κάθε πελάτη και τους στόχους που θα θέσουμε από κοινού.

Δεν υπάρχει πρόβλημα αν η ακύρωση πραγματοποιηθεί 48 ώρες πριν από τη συνεδρία μας. Δυστυχώς, σε κάθε άλλη περίπτωση το ποσό θα πρέπει να καταβληθεί ακέραιο. Θεμελιώδης αρχή της συνεργασία μας είναι ο αμοιβαίος σεβασμός για το χρόνο του άλλου.

Η εχεμύθεια είναι το πρώτο πράγμα που θα συζητήσουμε προκειμένου να νιώσεις ασφάλεια και σιγουριά.

Η συνεδρία μας μπορεί να πραγματοποιηθεί ηλεκτρονικά μέσω βίντεο, τηλεφωνικά ή από κοντά. Πρώτα χρειάζεται να συμπληρώσεις τη φόρμα ή να μου στείλεις ένα email ώστε να προγραμματίσουμε μία δωρεάν συνάντηση μέσω Skype ή ένα τηλεφώνημα. Η συνεδρία αυτή είναι χωρίς χρέωση και ο σκοπός της είναι να διαπιστώσεις αυτοπροσώπως εάν θα ήθελες να δουλέψεις μαζί μου.

Κλείσε Συνεδρία